www.mykassos.gr

 Ιστορία
Γενικά
Αρχαιότητα
Τουρκοκρατία & Ολοκαύτωμα
Ιταλοκρατία & Ενσωμάτωση
 Χωρογραφία
Πανίδα & χλωρίδα
Τα χωριά
   - Φρυ & Εμπορειός
   - Αγία Μαρίνα
   - Αρβανιτοχώρι
   - Πόλι
   - Παναγία
Χάρτης με τα χωριά
  Μετάβαση & διαμονή
Μετάβαση αεροπορικώς
Μετάβαση ακτοπλοϊκώς
Εσωτερικές μετακινήσεις
Ξενοδοχεία & δωμάτια
  Εκδρομές & αξιοθέατα
Χάρτης επιλογών
’η Μάμας, Αγία Κυριακή & Σκάφη
Χαδιές, Χέλατρος & Παν. Ελέρου
Παναγία Ποταμίτισσα
Αγ. Κωνσταντίνος & Αντιπέρατος
"Εξι Εκκλησιές"
’η Γιώργης της Βρύσης
Ελληνοκαμάρα
Στηλοκαμάρα ή Σελάϊ
Οι νότιες ακτές
Αρμάθια, Μακρά & Κασονήσια
Αρχαιολογική Συλλογή Φρυ
Λαογραφικό Μουσείο
  Διασκέδαση
Γενικές επιλογές διασκέδασης
Νυχτερινή έξοδος
Πανηγύρια
Εκδηλώσεις
Κασιώτικη Κουζίνα
     -Πιλάφι
     -Μακαρούνες με τη σιτάκα
  Multimedia
Φωτογραφίες από την Κάσο
Κασιώτικη μουσική
Video
  Βιβλιογραφία & Links
Βιβλιογραφία
Links
 

The Website of Kassos Isle.

www.mykassos.gr

 


Επιμέλεια - Ενημέρωση
Κ. Σκαμαγκούλης (skamas)

 

Τουρκοκρατία και Ολοκαύτωμα της Κάσου

Στοιχεία για την ιστορία της Κάσου κατά την μετά την Παλαιοχριστιανική εποχή υπάρχουν ελάχιστα. Πιθανολογείται, πάντως, ότι για αρκετό διάστημα το νησί ερημώθηκε, λόγω πειρατικών επιδρομών και οικονομικής δυσπραγίας. Ακολουθώντας τη μοίρα των υπολοίπων νησιών της Δωδεκανήσου, η Κάσος περιήλθε στον έλεγχο της ενετικής οικογένειας των Κορνάρων το 1306, μαζί με τη γειτονική Κάρπαθο, και έπεσε στους Τούρκους μόλις το 1537. Ήδη, τότε, το νησί είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ραγδαία, με τη δημιουργία μεγάλου εμπορικού στόλου. Αρκετές από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια που σήμερα κοσμούν την Κάσο χρονολογούνται από τον 17ο αιώνα.

Η εμπορική δραστηριότητα του κασιώτικου στόλου έφερε οικονομική ευμάρεια και φιλελεύθερες ιδέες στο νησί. Καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, άλλωστε, η Κάσος απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια και αρκετή ελευθερία στην αυτοδιοίκησή της, πληρώνοντας στους Τούρκους μόνον φόρους. Ο μόνος Τούρκος αξιωματούχος στο νησί ήταν ένας διοικητής με βαθμό μουδίρου. Από το 1869 διωριζόταν από τη Ρόδο ένας καϊμακάμης. Την διοίκηση στην Κάσο ασκούσε η Δημογεροντία, που είχε την έδρα της στην Αγία Μαρίνα.

Οι δύο ξένοι περιηγητές που επισκέφθηκαν την Κάσο --ο Γάλλος Claude Savary το ... και ο Ιταλός ... την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνος-- έμειναν εντυπωσιασμένοι με την πρόοδο που συνάντησαν.

Το 1820, λίγο πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, ο πληθυσμός της Κάσου είχε φθάσει περί τις 12.000 και ο εμπορικός στόλος είχε φθάσει στην ακμή του με περί τα 100 πλοία. Με βάση αυτόν τον στόλο, οι Κασιώτες ναυτικοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, προβάλλοντας εμπόδια στον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό των τουρκικών στρατευμάτων που προσπαθούσαν να αναστείλουν την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Σημαντικός υπήρξε και ο ρόλος των πλοίων της Κάσου σε επιχειρήσεις στην Κρήτη, με τους διάσημους πλοιάρχους τους, Θεόδωρο Κανταριτζή, Μάρκο Μαλλιαράκη, Χατζή Νικ. Μαυρή και άλλους. Η Κάσος μετείχε και στη Ναυμαχία της Σάμου, με μοίρα πλοίων της υπό τη διοίκηση του Ν. Ιουλίου ή Μπουρέκα. Τον Σεπτέμβριο του 1822 τέσσερα μόνον κασιώτικα πλοία συνέλαβαν στο λιμάνι της Δαμέττης 19 εχθρικά πλοία που ήταν έτοιμα να εκπλεύσουν προς Κρήτης για εφοδιασμό του Χασάν πασά. Τα πλοία αυτά παραδόθηκαν στην ελληνική Διοίκηση για να χρησιμοποιηθούν ως πυρπολικά.

Η μοναδική λύση για τους Τούρκου ήταν η καταστροφή της Κάσου. Έτσι, με τη τη συνδρομή του πασά της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλή, και κατόπιν προδοσίας, την αποφράδα 7η Ιουνίου 1824 κατεστράφη ολοσχερώς η Κάσος (βλ. πλαίσιο, στο τέλος) με 7.000 Κασιώτες νεκρούς ή αιχμαλώτους για τα σκλαβοπάζαρα της Αλεξανδρείας.

Για αρκετά χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, το νησί παρέμεινε έρημο. Αν και με την πάροδο του χρόνου οι επιζώντες Κασιώτες άρχισαν να επιστρέφουν, η οικονομία ποτέ δεν ανέκαμψε. Στην σταδιακή επιστροφή των Κασίων συνετέλεσε και η ενσωμάτωση της Κάσου και των γειτονικών νησιών στην Ελλάδα, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της 18ης Μαρτίου 1829. Ο Έλληνας διοικητής διέμενε εναλλάξ στη Θήρα και στην Κάσο. Το επόμενο έτος, όμως, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, η Κάσος επεστράφη στην τουρκική κυριαρχία, ως ανταλλαγή με την Εύβοια. Παρά το γεγονός ότι βρισκόντουσαν υπό τουρκικό ζυγό, οι Κασιώτες εξακολουθούσαν να στέλνουν αντιπροσωπεία τους στις Εθνικές Συνελεύσεις μέχρι και το 1863.

Το 1911 η Κάσος κατελήφθη από τους Ιταλούς.
 

Τρεις φρεγάτες και δέκα κορβέττες ειδικά επιλεγμένες για τον σκοπό αυτό απέπλευσαν από την Αλεξάνδρεια στις 28 Απριλίου 1824 υπό τις διαταγές του Ισαμήλ Γιβραλτάρ –ενός έμπειρου και τολμηρού ναυτικού που είχε ανατραφεί μεταξύ των πειρατών της Μπαρμπαριάς. Η ναυτική δύναμη της Κάσου περιοριζόταν σε 15 πάρωνες και 40 μικρότερα πλοία. Ο Αιγυπτιακός στόλος πέρασε από τη Σούδα, όπυο παρέλαβε μερικά ακόμη βρίκια, φάνηκε στην Κάσο στις 26 Μαΐου 1824. Οι Κασιώτες αμέσως έλαβαν όλα τα ενδεδειγμένα αμυντικά μέτρα και ανείλκυσαν τα πλοία τους κατά μήκος της παραλίας. Κάτω από την Αγία Μαρίνα και σε όλο το μήκος της ακτής μέχρι τον Εμπορειό σήκωσαν αναχώματα και τα οχύρωσαν με τα τηλεβόλα των πλοίων τους. Ο εχθρικός στόλος, παρατεταγμένος μπροστά από τη Μακρά, άρχισε να κανονιοβολεί την Κάσο και ταυτόχρονα επεχείρησε αποβίβαση με λέμβους στο νησί. Οι περισσότερες από τις λέμβους αυτές  καταστράφηκαν και βυθίστηκαν από τα πυρά των Κασίων από τη στεριά. Επί μέρες η θάλασσα ξέβραζε πτώματα Αιγυπτίων και Αλβανών που αποτελούσαν το πλήρωμα του εχθρικού στόλου.

Με την αλλαγή του καιρού και τους ισχυρούς ανέμους που έπνευσαν, οι εχθροί εγκατέλειψαν την προσπάθεια και αποχώρησαν άπρακτοι στην Κρήτη. Οι Κασιώτες, αναμένοντας επιστροφή με εκδικητική μανία των Τούρκων, αμέσως έγραψαν στην «Σεβαστή Διοίκηση» και ζήτησαν τη συνδρομή της για ενίσχυση των Κασιωτών πυρομαχικά –μπαρούτια και βόλια.

Η ολιγορία της Διοικήσεως και η καθυστέρηση των στόλων της Ύδρας και των Σπετσών να εκπλεύσουν προς την Κάσο, υπήρξαν καταλυτικές για την τύχη του νησιού.

Αφού επιδιόρθωσε τις ζημιές και παρέλαβε και δύο ακόμη τουρκικές φρεγάτες, ο αιγυπτιακός στόλος ξαναφάνηκε ανοικτά της Κάσου στις 7 Ιουνίου 1824. Εκτός από την ενίσχυσή του, όμως, ο αιγυπτιακός στόλος έφερνε μαζί του και ένα κρυφό χαρτί. Τον προδότη Ζαχαριά, από Ρόδιο πατέρα και Κασιώτισα μητέρα, που θα υποδείκνυε στον εχθρό από πού να αποβιβασθεί στο νησί.

Όλη την ημέρα ο αιγυπτιακός στόλος επανέλαβε τους κανονιοβολισμούς εναντίον της Κάσου. Τη νύκτα, όμως, ενώ μερικά πλοία συνέχισαν την επίθεσή τους, αποσπώντας και όλη την προσοχή των Κασίων, 3.000 Αλβανοί σε 24 μεγάλες λέμβους, υπό τον χιλίαρχο Μούσα και με οδηγούμενοι από τον προδότη Ζαχαριά, κινήθηκαν προς τον Αντιπέρατο και αποβιβάσθηκαν εκεί. Από τους πέντε φρουρούς της περιοχής, οι τέσσερις φονεύθηκαν αμέσως και μόνον ένας γλύτωσε για να φέρει το το φρικτό άγγελμα στους συμπολίτες του.

Οι αποβιβασθέντες άρχισαν αμέσως να λεηλατούν, να σφάζουν γυναικόπαιδα, να αιχμαλωτίζουν και να πυρπολούν. Οι άνδρες της Κάσου, εν τω μεταξύ, κινήθηκαν για να αναχαιτήσουν τον εχθρό, αλλά οι περισσότεροι έπεσαν ηρωϊκά μαχόμενοι προ του όγκου της δυνάμεώς του. Όσα γυναικόπαιδα γλύτωσαν κατέφυγαν στα βουνά, αλλά οι Αλβανοί τους κυνήγησαν ανελέητα και συνέχισαν την άγρια σφαγή.

Ύστερα από σφαγές μερικών ημερών, ο Αιγύπτιος ναύαρχος κήρυξε αμνηστία και αποχώρησε με πλουσιότατα λάφυρα, αφού κατέκαψε όσα κασιώτικα πλοία βρήκε στα ναυπηγεία του νησιού. Μαζί του είχε 2.000 συλληφθέντα γυναικόπαιδα, που εν συνεχεία πούλησε στο σκλαβοπάζαρο της Αλεξανδρείας.

Όσοι ελάχιστοι κάτοικοι είχαν γλιτώσει τη σφαγή, αναχώρησαν αμέσως για γειτονικά νησιά. Όταν, με καθυστέρηση μερικών ημερών, έφθασε στο νησί ο Ελληνικός Στόλος υπό τον Σαχτούρη, βρήκε μόνον άταφα πτώματα...